Στο προσκήνιο της πολιτικής συζήτησης επανέρχεται το ζήτημα του ασυμβίβαστου μεταξύ της ιδιότητας του υπουργού και του βουλευτή, με αφορμή προτάσεις για αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο. Το μοντέλο που εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ενιαίο, καθώς κάθε χώρα ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση, ανάλογα με το πολιτικό της σύστημα και τη συνταγματική της παράδοση.
Στις περισσότερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, όπως η Γερμανία και η Ιταλία, επιτρέπεται η ταυτόχρονη ιδιότητα υπουργού και βουλευτή. Οι υπουργοί επιλέγονται συνήθως μέσα από το κοινοβούλιο, διατηρώντας την έδρα τους και συμμετέχοντας κανονικά στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Το ίδιο ισχύει και στην Ισπανία, όπου η πολιτική πρακτική θέλει τα κυβερνητικά στελέχη να προέρχονται από το νομοθετικό σώμα.
Αντίθετα, σε χώρες όπως η Γαλλία, ισχύει αυστηρό ασυμβίβαστο. Με βάση το ημιπροεδρικό σύστημα, όποιος βουλευτής αναλαμβάνει υπουργικό αξίωμα υποχρεούται να παραιτηθεί από την κοινοβουλευτική του έδρα, η οποία καταλαμβάνεται από αναπληρωματικό. Το μέτρο αυτό αποσκοπεί στον σαφέστερο διαχωρισμό των εξουσιών.
Παρόμοια πρακτική ακολουθείται και σε χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία, όπου η συμμετοχή στην κυβέρνηση συνεπάγεται την αποχώρηση από το κοινοβούλιο, έστω και προσωρινά.
Στον αντίποδα, στο Ηνωμένο Βασίλειο – αν και εκτός Ε.Ε. – το μοντέλο παραμένει αμιγώς κοινοβουλευτικό: οι υπουργοί είναι σχεδόν πάντα εν ενεργεία βουλευτές ή μέλη της Βουλής των Λόρδων, διατηρώντας πλήρη πολιτική δραστηριότητα εντός του κοινοβουλίου.
Η συζήτηση στην Ελλάδα επηρεάζεται από αυτά τα διαφορετικά πρότυπα, με βασικό δίλημμα τη διατήρηση της κοινοβουλευτικής λογοδοσίας των υπουργών έναντι της ενίσχυσης της διάκρισης των εξουσιών. Κάθε επιλογή συνοδεύεται από πλεονεκτήματα και προκλήσεις, γεγονός που εξηγεί και τη διαφορετική εφαρμογή του μέτρου στις χώρες της Ευρώπης.
